ἄκασκα

ἄκασκα
See also: 2. ἀκή
Page in Frisk: 1,51

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • άκασκα — ἄκασκα (και ἀκασκᾷ) (Α) [ἀκή ΙΙ] επίρρ. 1. ήσυχα, αθόρυβα 2. μαλακά, αργά …   Dictionary of Greek

  • ἄκασκα — gently indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • sēk-3 —     sēk 3     English meaning: quiet, lazy     Deutsche Übersetzung: “nachlassen, träge, ruhig”     Material: Gk. Hom. ἦκα ‘still, leise, sacht, weak, slow”, ἤκιστος “langsamster”, Att. ἥκιστα “am wenigsten, gar nicht”, Hom. ἥσσων, Att. ἥττων… …   Proto-Indo-European etymological dictionary

  • ακή — (I) ἀκὴ, η (Α) αιχμή. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. ἀκὴ ανάγεται στη ΙΕ ρίζα *ακ που σήμαινε «οξύς, αιχμηρός, κοφτερός». Με την ίδια ρίζα συνδέονται πολλές λέξεις τής Ελληνικής, όπως ἄκρος, ἄκων, ἀκόντιον, ἀκμή, ἀκόνη κ.ά. Αντίθετα προς τη λ. ἀκή, που σώθηκε… …   Dictionary of Greek

  • ακασκαίος — ἀκασκαῑος, αία, ον (Α) [ἄκασκα] ήσυχος (ή σύμφωνα με άλλη ερμηνεία), καταστόλιστος «ἀκασκαῑόν τ ἄγαλμα πλούτου» (Αισχύλ. Αγ. 741) …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.